σεμίνωμα

το, Ν
ιατρ. ο συχνότερος κακοήθης όγκος στους όρχεις, που μπορεί, όμως, να εμφανιστεί και στις ωοθήκες ή και στο μεσοθωράκιο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. seminoma < λατ. semen, -inis «σπόρος» + κατάλ. -ωμα].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.